Header Ads

Τὰ πρῶτα Χριστούγεννα τοῦ Καπετὰν – Καρένα


Τοῦ Δημήτρη Φερούση


Χριστούγεννα. Καθρέφτης τὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων ἀντιφεγγίζουν τὴν πιὸ φλογερὴ ἐπιθυμία τους στοὺς πολύπαθους χρόνους μας: τὴν «ἐπὶ γῆς εἰρήνη καὶ ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία».


Γαλέρα μὲ λευκὰ πανιὰ ἡ φτερωμένη φαντασία τους, τρέχει πάνω στὰ πολύχρωμα κύματα τῆς προσδοκίας καὶ ζητᾶ, εὔχεται, ἱκετεύει, ὁ νεογέννητος Χριστὸς νὰ σκορπίσει λουλούδια, ἀρώματα, φῶς καὶ εὐσπλαχνία στὶς ψυχές μας.


Οἱ καμπάνες χτυποῦν. Καὶ οἱ ἐλπίδες γεμίζουν τοὺς αἰθέρες τῆς ἀγωνίας καὶ τοῦ φόβου. Τὰ χέρια κουνιῶνται μέσα στὸ σκοτάδι μὲ μοναδικὴ συγκίνηση.


Τὰ χείλη ψιθυρίζουν ἀνάλαφρες εὐχὲς καὶ τὰ μάτια, γεμάτα ἔκπληξη καὶ θαυμασμό, ἀγκαλιάζουν τ’ ἄστρα, τὸ στερέωμα. Ξεχύνονται πέρα, πρὸς τῆς Ἱερουσαλὴμ τὰ βοσκοτόπια. Ὥρα ἀγάπης καὶ  λυτρωμοῦ.


Στιγμὲς μοναδικῆς σαγήνης καὶ ἐλπίδας. Στιγμὲς τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ Θεοῦ. Στιγμὲς πρὸς τῆς εἰρήνης τὰ ὁλοφώτιστα παλάτια.


Πῶς θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι τὸ σπίτι ἑνὸς γέρου-ψαρᾶ κοντὰ στὸ μῶλο τοῦ νησιοῦ; 


Ὅσο πλούσιος καὶ ἂν εἶναι, λίγες διαφορὲς παρουσιάζει ἀπὸ τὸ σπίτι τῶν ἄλλων. Λίγα ροῦχα. Δυὸ τρεῖς κασσέλες. Ἕνα τζάκι καὶ πολὺ μοναξιά!


Ἡ ἀτμόσφαιρα μυρίζει φύκια.


Καντρόνια μαυρισμένα στὴ σκεπή, ἀπ’ ὅπου κρέμονται ἕνα σωρὸ παράξενα πράγματα: ὄστρακα, λιαστὸ χταπόδι, σαλάχια, μερικὰ σφουγγάρια, μιὰ πλεξάνα κρεμμύδια, καμιὰ δεκαριὰ νεροκολοκύθες δεμένες μὲ πετονιά, δυὸ σκεβρωμένα κουπιὰ βάρκας καί ‘κεῖ, πάνω ἀπὸ τὸ στριποδένιο κρεβάτι, μιὰ παλιά, καπνισμένη φωτογραφία δίχως κορνίζα.


Ὁλόκληρο τὸ σπίτι μοιάζει μὲ κόντρα γέφυρα καραβιοῦ. Τραμπαλίζεται λὲς πάνω στὰ φουσκωμένα κύματα! Σὰν μπαίνεις μέσα, στὸ κατὰ τὰ ἄλλα γερὸ σπίτι, θυμᾶσαι στὴ στιγμὴ ἁρμύρες, σοροκάδες, γαρμπῆδες, τυφῶνες καὶ πανιά.


Ἐκεῖ λοιπὸν ζοῦσε, χρόνια τώρα, ἀποτραβηγμένος ἀπὸ τὸν κόσμο ὁ Καπετὰν – Καρένας. Φαίνεται, πὼς ἀπὸ τὴ δούλεψη καὶ τὸ πολὺ ὑστέρημά του, εἶχε κάνει ἀρκετὰ λεφτά!


Πάντα ὅμως στὸ βάθος τῆς καρδιᾶς του ἔμενε γνήσιος ψαράς, ποὺ δὲν ἤθελε ν’ ἀλλάξει ζωή! Ἕνας γέρο-θαλασσινός, ποὺ τὸ πετσί του ἀνιστοροῦσε τὴν τραχιὰ ζωὴ ποὺ πέρασε.


Τὰ μάτια του φανέρωναν τὴ βαθιὰ μοναξιὰ καὶ τὴν ἐγκατάλειψη. Στεκόταν ὁ πρῶτος τοῦ νησιοῦ. Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ μετρητά, τὴ γῆ, τὸ σπίτι καὶ ἕνα μεγάλο κτῆμα, μέσα στὸ χωριό, ἐκεῖ στὸ μουράγιο εἶχε δεμένες καὶ δυὸ μεγάλες ψαράδικες βάρκες καὶ μιὰ μπενζίνα, μοναδικὴ στὸ νησί.


Παρ’ ὅλα αὐτὰ ἦταν ἕνας μονόχνωτος καὶ ἀδάμαστος γέρος. Ποτὲ δὲ γελοῦσε οὔτε μιλοῦσε σὲ κανένα. Ὅσους ἔπαιρνε στὴ δούλεψή του, τοὺς καλοπλήρωνε, μὰ εἶχε λίγα λόγια μαζί τους. Κανεὶς δὲν εἶχε πατήσει τὸ κατώφλι τοῦ σπιτικοῦ του μέχρι τότε!


Οἱ νησιῶτες, φτωχοὶ ξωμάχοι καὶ ψαράδες ποὺ τὸν εἶχαν ἀνάγκη, τοῦ μιλοῦσαν μὲ σκυφτὸ κεφάλι καὶ χαμηλωμένα μάτια. Δὲν ἀδικοῦσε βέβαια κανένα. Μὰ καὶ δὲ σύντρεχε δίχως μεγάλη αἰτία. Τὸ στέκι του ἦταν πάντα ἡ θάλασσα καὶ ἡ καλύβα του.


Δὲν ἤθελε νιτερέσα!


Ἔτσι κι ἀπόψε! Παραμονὴ Χριστουγέννων. Κλεισμένος στὸ σπίτι του ὁ καπετὰν- Καρένας, πλάι στὴ φωτιά, μαγείρευε τὸ χταπόδι του μὲ ρύζι καὶ κάπνιζε τὴν πίπα του.


Ὅπως πάντα, κανένα γεγονὸς δὲν περίμενε νὰ τοῦ ταράξει τὴν ἡσυχία ἢ νὰ τοῦ ἀλλάξει τὶς συνήθειες χρόνων. Τὰ κάλαντα, οἱ γιορτὲς καὶ οἱ ἐπισημότητες δὲν ἦταν γι’ αὐτόν.


Τὸ βράδυ εἶχε προχωρήσει κάμποσο. Ἔξω ἔκανε ἕνα δαιμονισμένο καιρό. Κρύο, ἀγέρας καὶ φουρτούνα μοναδική. Ὅλο τὸ νησὶ εἶχε σκεπαστῆ ἀπὸ ἁρμύρα καὶ ἀφρούς. Ἀλλὰ τί τὸν ἔνοιαζε ἐκεῖνον; Τὰ πλεούμενά του τὰ εἶχε σιγουράρει στὸ μουράγιο.


Μὰ νά, ποὺ μέσα σ’ αὐτὴ τὴ μακαριότητα τῆς μοναξιᾶς του καὶ ἐνῷ ἑτοιμαζόταν νὰ βάλη μὲ τὴ χουλιάρα στὸ στόμα του λίγο ζουμί, ἄκουσε μιὰ φωνή:


– Καπετὰν-Καρένα, καπετὰν-Καρένα!..


Ἦταν ἀσυνήθιστος σὲ κάτι τέτοια ὁ γέρο-ψαράς. Ὅμως χωρὶς καὶ ὁ ἴδιος νὰ τὸ καλοσκεφτεῖ βρέθηκε μεσοστρατὶς μέσα στὴ φοβερὴ νύχτα.


Παρ’ ὅλη τὴν κακοκαιρία, μὲ μιὰ ματιὰ διέκρινε τὸ λιμάνι, ὅπου γινόταν σωστὸς χαλασμός. Τὸ καθαρὸ χειμωνιάτικο φεγγάρι ἔδειχνε ὅλο τὸ νησὶ στὴν πιὸ ἄγρια μορφή του καὶ κεῖ, πέρα στὴ μπούκα, νὰ σηκώνονται κύματα θεόρατα.


Πλάι του, ἕνα τσοῦρμο γυναικόπαιδα φώναζαν καὶ παρακαλοῦσαν. Μιὰ νέα γυναίκα, ριγμένη στὰ πόδια του τὸν ἱκέτευε, τὸν παρακαλοῦσε.


Ἐκεῖνος ὅμως δὲν καταλάβαινε. Χείμαρρος ὁ θυμός του γι’ αὐτό. Ἀμείλικτο τὸ βλέμμα του.  Σφαλισμένο τὸ στεγνὸ στόμα του. Ἀνασηκωμένο τὸ κορμί του.


– Τί συμβαίνει μωρέ; Τί θέλετε ἀπὸ μένα τέτοιαν ὥρα; Τί μὲ ταράζετε; Πείραξα κανένα καὶ ἤρθατε νὰ μὲ κρεμάσετε; Ποιά κατάρα, μωρέ, σᾶς ἔφερε ἴσαμε δῶ;


Ἡ νέα γυναίκα, μέσα ἀπὸ τοὺς λυγμοὺς καὶ τὰ οὐρλιαχτά της, μπόρεσε τέλος νὰ καθαρίση μερικὲς κουβέντες:


– Καπετὰν-Καρένα, ὁ ἄντρας μου! Σῶσε τὸν ἄντρα μου, τὰ παιδιά μου, τὸ σπιτικό μου. Σῶσε μας ὅλους.


Δῶσε μας τὴν μπενζίνα σου νὰ τρέξουμε νὰ σώσουμε τὸν ἄντρα μου ποὺ πνίγεται ἔξω, στὸν Κάβο Σταρά. Χαροπαλεύει μὲ τὴ βάρκα του. Δυὸ ὧρες τώρα ἔχει ἀποκάμει.



Μέσα στὸ φῶς τοῦ φεγγαριοῦ ὁ γέρο-ψαράς, καθὼς βγῆκε ἀπὸ τὴν καλύβα του, σήκωσε τ’ ἀετήσια μάτια του. Στὴν ἐπιφάνεια τῶν νερῶν διέκρινε τὴ σαπιόβαρκα, μὲ τὸν ἄντρα τῆς νέας γυναίκας ποὺ χαροπάλευε.


Γερὸ παλληκάρι ὁ Χρῆστος. Οἰκογενειάρχης τίμιος, μὰ βιοπαλαιστὴς καὶ φτωχός. Εἶχε ξεκινήσει ἀπὸ νωρὶς νὰ ψαρέψει μὰ τώρα τὸ μπουρίνι τὸν εἶχε κλείσει. Κινδύνευε νὰ χαθεῖ μπροστὰ στὰ μάτια τῶν δικῶν του.


– Μὲ ζαλίσατε μωρέ, τὸ ξέρετε; Φύγετε ἀπὸ κοντά μου. Ποιός μὲ βοήθησε μωρὲ ἐμένα ποτές; Θέλετε νὰ πνιγῶ καὶ γῶ, γιὰ νὰ ἡσυχάσετε;


Ὅλοι ἄρχισαν νὰ φεύγουν πίσω τρομαγμένοι ἀπὸ τούτη τὴν ἀνάλγητη φιγούρα. Ἔκαμε νὰ γυρίσει πάλι στὴ καλύβα του. Ὁ ἀέρας τοῦ πῆρε τὸ κασκέτο. Ἔνιωσε τότε ἕνα ψυχρὸ ἀνατρίχιασμα στὸ κεφάλι σὰν ἔσκυψε νὰ τὸ πάρει.


Ξεροί, ἀποσβολωμένοι ὅλοι εἶχαν νιώσει τὸ περίεργο μυστήριο τούτης τῆς νύχτας! Καί ‘κεῖ ποὺ ὅλα ἦταν πιὰ μιὰ τραγική, αἰσχυλικὴ σιωπή, ἀκούστηκε ἡ φωνὴ τοῦ γέρου.


– Κούφιες κουβέντες, μωρέ, μοῦ τσαμπουνᾶτε. Ποῦ εἶναι μωρὲ ἀγροῖκοι οἱ γάντζοι, τὰ κουπιὰ καὶ τὰ φανάρια σας; Πιάστε γρήγορα κάβο νὰ σώσουμε τὸ παλληκάρι.


Αὐτὰ τὰ κοφτὰ λόγια βρόντηξε μέσα στὸ σούρουπο, καὶ βάλθηκε νὰ τρέχει πρὸς τὸ μουράγιο. Μὲ λίγες δρασκελιὲς βρέθηκε κιόλας μέσα στὴ μπενζίνα του στητὸς καὶ ἀγέρωχος νὰ σηκώνη τὴν ἄγκυρα.


Φώναξε νὰ τοῦ λύσουν τὸν κάβο, μὰ κεῖ μπροστὰ στὴ δέστρα τοῦ μώλου ἕνας νέος τοῦ ἀνάκοψε τὸ δρόμο μὲ ἀποφασιστικότητα. Ἦταν ὁ ἀδελφὸς τοῦ Χρήστου.


– Θὰ ἔρθω καὶ γῶ μαζί σου, καπετάνιε.


Ὁ γέρο-ψαρὰς τότε ἄναψε, ἔγινε σωστὸ θεριό.


– Σκύλε θὰ σὲ φάω, τοῦ φώναξε. Ἀμέσως τραβᾶ ἀπὸ τὴ μέση του ἕνα μαχαίρι, κόβει τὸ παλαμάρι καὶ τὸ σκάφος μὲ ὅλες τὶς στροφὲς τῆς μηχανῆς του γλιστράει πρὸς τὴν μπούκα τοῦ λιμανιοῦ.


Τὸ νησὶ ἀνάστατο παρακολουθεῖ μέσα στὸ ἀπόβραδο τὸ πάλαιμα ἐκεῖνο ἀνάμεσα στὰ στοιχειὰ τῆς φύσης καὶ στοὺς δυὸ ἄντρες. Κάθε φορὰ ποὺ τὰ κύματα τοὺς πετᾶνε μακρυά, μιὰ τραγικὴ κραυγὴ ξεφεύγει ἀπὸ τὰ στήθη τῶν νησιωτῶν.


Κι ὅταν πάλι ξεπροβάλλουν, πάνω στ’ ἀντιφέγγισμα τῶν κυμάτων ὁλόρθοι νὰ παλεύουν στὸν ὁρίζοντα, ἕνας ψίθυρος ξεφεύγει ἀπὸ ὅλα τὰ στόματα.


Κόντευαν μεσάνυχτα. Ὅλο τὸ νησὶ δέχτηκε μὲ ἀλαφρωμένη τὴν καρδιὰ τοὺς σωσμένους. Σὰν ἔφτασαν στὴ στεριά, βαθειὰ σιωπὴ ἔγινε. Ὁλόρθος, καταμουσκεμένος ὁ γέρο- ψαράς, ἀφοῦ πῆρε μερικὲς ἀνάσες, βάλθηκε νὰ σιγουρέψει τὸ σκάφος του.


Ὅλα ἔγιναν βιαστικά! Τὸ βλέμμα του ἦταν γεμάτο φῶς περίεργο. Ἥμερο μαζὶ καὶ βαθύ. Κανένας δὲν εἶπε λέξη. Εὐτυχῶς φωτιὰ ὑπῆρχε ἀκόμα στὸ παραγώνι σὰν γύρισε στὸ σπίτι του. Κάθησε πάλι καὶ ἔβγαλε νὰ κάμει καπνό. Οἱ σκέψεις στριφογύριζαν στὸ μυαλό του.


– Ἐγὼ τὸ ἔκαμα αὐτὸ ἀπόψε; Καὶ γιατί; Ποιός μ’ ἔσπρωξε σ’ αὐτὴ τὴν περιπέτεια; Παρὰ λίγο νὰ μὲ θάψουν τὰ κύματα.


Ἀλλὰ νὰ ποὺ σὲ λίγο χτυπᾶνε ξανὰ τὴν πόρτα του. Τί συμβαίνει πάλι;


– Καπετὰν-Καρένα, καπετὰν-Καρένα…


– Τί εἶναι μωρέ;


Ἡ σιλουέττα τῆς νέας γυναίκας φάνηκε τώρα στὸ κατώφλι. Μουδιασμένη, ἀναποφάσιστη ἔμενε κεῖ, στὴ κάσα τῆς πόρτας, ἕτοιμη νὰ πέσει στὰ πόδια τοῦ σωτήρα της καὶ νὰ τὰ φιλήσει.


– Καὶ τί κάθεσαι, μωρέ, ἔτσι δὰ ἀκίνητη; Δὲν τρώγω ἀνθρώπους.


Ἦταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ὁ γέρο- ψαρὰς μιλοῦσε σ’ αὐτὸ τὸν ἥσυχο τόνο. Ποιός ἤξερε μέχρι σήμερα τὴν καλύβα του;


Σὲ λίγο φάνηκε ξωπίσω της καὶ ὁ Χρῆστος, ὁ ἄντρας της. Μὲ σφιγμένα χείλη ἦρθε καὶ κάθησε στὴ φωτιά. Κανεὶς δὲν μιλοῦσε. Ὁ καπετάνιος πρόσφερε καπνό. Σὲ λίγο στὴν πόρτα φάνηκε κι ἄλλος συγχωριανός, κι ὕστερα ἄλλος, ἄλλος· ὅλο τὸ νησὶ σχεδὸν ἦρθε καὶ κύκλωσε τὸ σπίτι τοῦ γέρο-ψαρᾶ μέσα κι ἔξω.


Ἄχνα δὲν ἔβγαινε ὡστόσο ἀπὸ κανένα. Μέσα ἀπὸ τὸ χωριό, ἀκούστηκαν οἱ καμπάνες τῶν Χριστουγέννων. Ὅλοι, μὲ μιὰ κίνηση ἔκαμαν τὸ σταυρό τους. Ἡ χαρὰ σκόρπισε ρίγη καὶ φῶς στὰ πρόσωπά τους. Χριστούγεννα καὶ τὸ νησὶ γιόρταζε μαζὶ μὲ τὸν Θεάνθρωπο καὶ τὴ σωτηρία δυὸ ἀνθρώπων.


– Καπετὰν-Καρένα... μίλησε ὁ Χρῆστος. Ἤρθαμε νὰ σὲ πάρουμε γιὰ τὴν Ἐκκλησιά. Πρέπει νὰ εὐχαριστήσουμε τὸ Θεό. Εἶναι Χριστούγεννα ἀπόψε.


Κάνε το γιὰ τὸ νησί μας. Γιὰ τὰ παιδιά μας. Γιά μᾶς. Κάνε το γιά… τὸ δικό σου παιδί,… γιὰ τὸ δικό σου, τὸ χαμένο σπλάχνο!


Ὁ καπετὰν-Καρένας γύρισε πίσω του καὶ κοίταξε τὴν καπνισμένη φωτογραφία. Δὲν τὸ πρόσεξαν ὅλοι, γιατὶ μόλις σηκώθηκε, σιωπηλὰ ἕνας-ἕνας ἔβγαιναν ἔξω. Μὰ ὁ Χρῆστος εἶδε.


Εἶδε γιὰ πρώτη φορά, πὼς τὰ μάγουλα τοῦ σκληροῦ ψαρᾶ αὐλακώθηκαν ἀπὸ δυὸ καυτὰ δάκρυα. Ἴσως ἦταν αὐτὰ τὰ πρῶτα Χριστούγεννά του!


Σὰν ἔκλεισε τὴν πόρτα τῆς καλύβας του, φώναξε δυνατά:


– Πᾶμε, μωρέ, στὴν Ἐκκλησιά. Ἀπόψε θὰ φᾶμε ὅλοι στὸ σπίτι μου. Εἶναι ἀληθινὰ Χριστούγεννα τούτη τὴ νύχτα. Τὸ πιστεύω μὲ ὅλη τὴν ψυχή μου.  


Ζωγραφικὴ Γιώργου Κόρδη.
Ἀπὸ τὴ συλλογὴ «Θάλασσες, καΐκια καὶ καραβοκύρηδες» (1999)


Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»


ΠΕΙΡΑΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Μηνιαία ἔκδοση Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς
Ἔτος 19ο -Τεῦχος 210 – Δεκέμβριος 2009


τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»




Source link


Από την σελίδα oikohouse.wordpress.com

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.