Header Ads

Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης «Ὁράματα καὶ θάματα»



Τοῦ Ἀλέξανδρου Κοσματόπουλου


Τὸν Γέροντα Παΐσιο τὸν γνώρισες τὰ 1971 ὅταν σὲ εἶχαν στείλει νὰ τὸν ρωτήσεις γιὰ μία γυναίκα ποὺ ἔβλεπε ὁράματα καὶ ἦταν περιστοιχισμένη ἀπὸ μία ἀδελφότητα λαϊκῶν ἀνθρώπων δοσμένων στὴν προσευχή.


Δὲν εἶχες ξανακούσει τὸ ὄνομά του, καὶ ἦταν ὁ πρῶτος καλόγερος ποὺ γνώρισες. Ἔμενε στὸ κελὶ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, πάνω ἀπ’ τὴν Καλλιάγρα, κοντὰ στὴ Σταυρονικήτα.


Βαδίζοντας στὸ στενὸ μονοπάτι πρὸς τὸ κελί του, πρὸς στιγμὴν χάθηκες. Φτάνοντας στὸ ξέφωτο μὲ τὶς ἐλιὲς εἶδες τὸ μικρὸ καλύβι.


Τὶς λαμαρίνες τῆς στέγης, γιὰ νὰ μὴν τὶς παίρνει ὁ ἀέρας, τὶς συγκρατοῦσαν μεγάλες πέτρες. Λίγο πιὸ πέρα ἀπ’ τὴν στενὴ εἴσοδο ὑπῆρχαν τρεῖς τέσσερις χοντρὲς φέτες ἀπὸ κορμοὺς δέντρων γιὰ νὰ κάθονται οἱ ἐπισκέπτες.


Παρέκει ὁ τάφος τοῦ παπα-Τύχωνα, ὁ ὁποῖος ἀσκήτευε ἐκεῖ πρὶν ἀπὸ τὸν π. Παΐσιο, καὶ εἶχε  ζητήσει νὰ μὴν τὸν ξεθάψουν μέχρι νὰ ἔρθει ἡ Δευτέρα Παρουσία.


Ἕνας σταυρὸς χωρὶς ὄνομα καὶ λίγες μισοχωμένες στὸ ἔδαφος πέτρες ὅριζαν τὸν τάφο ἀνάμεσα στὰ δενδρολίβανα.


Ὁ Γέρων Παΐσιος στὸ βιβλίο του «Ἁγιορεῖται Πατέρες καὶ Ἁγιορείτικα» ἀναφέρει πὼς ὁ παπα-Τύχων φανερώθηκε μετὰ τὸ θάνατό του.


Κάποιος μοναχὸς εἶχε ἔρθει στὸ κελὶ νὰ τὸν ἐπισκεφτεῖ καὶ κάθισε νὰ περιμένει κάτω ἀπὸ μίαν ἐλιά. Εἶδε τότε τὸν παπα-Τύχωνα νὰ ξεπροβάλει ἀπὸ τὰ δενδρολίβανα λέγοντας: «Ποιόν περιμένεις;»


«Τὸν πατέρα Παΐσιο». «Ἐδῶ εἶναι», τοῦ ἀποκρίθηκε, καὶ ἔδειξε μὲ τὸ δάκτυλο πρὸς τὸ κελί.


«Γιατί δὲν πᾶς νὰ γνωρίσεις τὸν Πεντζίκη»;


Ὅταν συνάντησες τὸν π. Παΐσιο, τοῦ μίλησες γιὰ τὰ ὁράματα ποὺ ἔβλεπε ἡ γυναίκα.


«Ἐσεῖς μπορεῖτε νὰ μοῦ πεῖτε», τὸν ρώτησες, «ἀπὸ ποῦ προέρχονται αὐτὰ τὰ ὁράματα κι ἂν εἶναι ἀληθινά; Ὑπάρχουν ἐκεῖ πολλὲς ψυχὲς ποὺ ἀγωνιοῦν».


«Μπορῶ», ἀπάντησε.


«Ἀνήκεις κι ἐσὺ σ’ αὐτὴ τὴν ὁμάδα;».


«Ἐγὼ δὲν ἀνήκω πουθενά».


«Ὅλα εἶναι εἰκόνες χωρὶς ἀντίκρισμα», εἶπε. Καὶ ἄρχισε νὰ σοῦ μιλᾶ γιὰ τοὺς δαίμονες καὶ τὶς  ἐνέργειές τους, πῶς ἐμφανίζονται καὶ πῶς ἐνεργοῦν παραπλανώντας τὸν ἄνθρωπο.


Ἡ Σταυρονικήτα εἶχε γίνει ἀπὸ τὸ 1971 τὸ Μοναστήρι σου.


Δὲν πήγαινες πουθενὰ ἀλλοῦ, ἂν καὶ ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ἐπισκέφτηκες τὸ Ἅγιον Ὄρος ἦταν τὸ 1967, πηγαίνοντας μὲ καΐκι ποὺ κουβαλοῦσε ξυλεία ἀπὸ τὴν Καβάλα. Ὅλη τὴ νύκτα ταξιδεύατε καὶ τὰ ξημερώματα τὸ καΐκι πόδισε στὴ Μονὴ Βατοπαιδίου.


Μὲ τὸν π. Παΐσιο μιλούσατε ὧρες στὸ κελί του, στὸν Τίμιο Σταυρό, πρὶν μετοικίσει στὸ κελὶ Παναγούδα ἔξω ἀπ’ τὶς Καρυές, ὁπόταν ἄρχισε νὰ τὸν ἐπισκέπτεται πολὺς κόσμος.


Πρώτη φορὰ ἄκουγες γιὰ τὴν νοερὰ προσευχὴ καὶ γιὰ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. «Τὸ καλό», σοῦ εἶπε μία μέρα, «θέλει θυσίες. Ἡ προσευχὴ τότε μόνο ξεπερνᾶ τὸν ἑαυτό σου ἂν βάλεις  στὴν καρδιά σου τὸν πόνο τοῦ ἄλλου.


Ἡ νοερὰ προσευχὴ εἶναι θεῖος ἔρωτας. Πιέζοντας τὸν ἑαυτό μας νὰ μάθει τὴν εὐχὴ μπορεῖ νὰ ὁδηγηθοῦμε σὲ πλάνη, βάζοντας ἕνα φράγμα ἀνάμεσα σὲ μᾶς καὶ στὸ Θεό».


Τὸν π. Παΐσιο τὸν συνάντησες γιὰ δεύτερη φορὰ τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1973. Ὅμως τότε πῆγες γιὰ τὸν ἑαυτό σου, σὲ μιὰ ἀπ’ τὶς συζητήσεις σας ἔγινε λόγος γιὰ τὸν Πεντζίκη.


«Γιατί δὲν πᾶς νὰ τὸν γνωρίσεις;», σοῦ εἶπε. «Ἡ γυναίκα του, ἡ κυρία Νίκη, εἶναι πολὺ καλή».


Ἕνα μήνα μετὰ τὴν ἐπιστροφή σου τοῦ τηλεφώνησες.


«Σᾶς τηλεφωνῶ ἐκ μέρους τοῦ πατρὸς Παϊσίου», εἶπες.


«Ἐφ’ ὅσον ἔρχεσαι ἐκ μέρους τοῦ πατρὸς Παϊσίου εἶσαι εὐπρόσδεκτος», ἀπάντησε.


Βέβαια γνώριζε τὸ οἰκογενειακό σου ὄνομα καὶ τὸν πατέρα σου, ὅμως ἐσένα οὔτε εἶχε περάσει ἀπ’ τὸ μυαλό σου κάτι τέτοιο.


Πῆγες στὸ σπίτι του καὶ ἄρχισε νὰ σοῦ μιλάει γιὰ διάφορα πράγματα. Ἀλλὰ ἐσὺ δὲν ἀνταποκρινόσουν. Ἦταν ὅλα καταβαραθρωμένα μέσα σου.


Μιὰ μέρα ἔτυχε νὰ συντύχετε στὸ σπίτι του μὲ τὸν τότε ἡγούμενο τῆς Μονῆς Σταυρονικήτα καὶ νῦν τῆς Μονῆς Ἰβήρων, Βασίλειο.


«Μοῦ τὸν ἔστειλε ὁ πατὴρ Παΐσιος», τοῦ εἶπε ὁ Πεντζίκης, «ἀλλὰ δὲν μιλάει».


.


Ἐμφάνιση καὶ θαῦμα τοῦ γέροντα Παϊσίου


Ἡ Κυριακὴ σοῦ διηγήθηκε πῶς ἔγινε καὶ τῆς πέρασε ὁ πονοκέφαλος.
Ὅταν ὑπήχθη τὸ μετόχι τῆς Σταυρούπολης στὴ Μονὴ Γρηγορίου, τὸ 1980, ὑπέφερε ἀπὸ φοβεροὺς πονοκεφάλους.


Δεκαπέντε μέρες πονοκέφαλος. Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ διάβαζε τὸ βιβλίο γιὰ τὸν Ἅγιο Ἀρσένιο τὸν Καππαδόκη.


«Ἅγιε Ἀρσένιε», προσευχόταν, «ἐσὺ καὶ τουρκάλες γιάτρεψες, ἔπαιρναν χῶμα ἀπ’ τὸ κατώφλι τοῦ σπιτιοῦ σου καὶ γίνονταν καλά, ἄνοιγαν τὰ μάτια τους, κι ἐμένα δὲν μπορεῖς νὰ μὲ γιατρέψεις;


Ὅλον τὸν κόσμο καταδεχόσουν, κι ἐμένα δὲν μ’ ἀγαπᾶς ποὺ τυραννιέμαι;Γιατί δὲν σταματᾶς τὸν πόνο στὸ κεφάλι, τουλάχιστον νὰ μπορῶ νὰ ἐκκλησιάζομαι».


Τὴν πονοῦσε ἀπὸ τότε ποὺ εἶχε πάθει κλονισμὸ ἀπὸ κεραυνό.


«Ἀφοῦ διάβασα τὸ βιβλίο», συνέχισε, «μὲ δάκρυα παρακαλοῦσα τὸν ἅγιο Ἀρσένιο».
Ὅταν ἔφυγε ὁ σύζυγος στὶς πέντε τὸ πρωί, σηκώνομαι κάνω ὄρθρο, καὶ μετὰ κοιμᾶμαι πάλι λίγο.


Ἦταν χειμώνας, μόλις εἶχε γίνει τὸ μετόχι. Βλέπω λοιπὸν αὐτὲς τὶς πρωινὲς ὧρες ἕναν καλόγερο στὸν ὕπνο μου, μέτριο ἀνάστημα μ’ ἕνα σκουφάκι στὸ κεφάλι, καὶ μοῦ λέει: «Ἐγὼ εἶμαι ὁ πατὴρ Παΐσιος». Δὲν τὸν ἤξερα ἀκόμη τότε, μετὰ τὸν γνώρισα.


«Πονάει τὸ κεφάλι σου, παιδί μου;» ρωτάει.


Συγχρόνως μὲ πίεζε μὲ τὸ δάχτυλο στὸ πίσω μέρος τοῦ κεφαλιοῦ. Συνέχιζε νὰ πιέζει χωρὶς νὰ μιλᾶ.
Περίμενα νὰ μοῦ πεῖ καὶ ἄλλα, δὲν μίλησε.Ξύπνησα, τὸν ἔχασα ἀπὸ τὰ μάτια μου.


Ἀκουστὰ τὸν εἶχα βέβαια, τὸ μετόχι εἶχε γίνει μὲ τὴν μεσολάβησή του, ἀλλὰ ὁ π. Παΐσιος σκεφτόμουν βρισκόταν ἐν ζωῇ.


Ξαναπαίρνω τὸ βιβλίο τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου, διαβάζω, βλέπω ὅτι τὸ ἔχει γράψει ὁ πατὴρ Παΐσιος. 


Προηγουμένως δὲν τὸ εἶχα προσέξει, δὲν ὑπάρχει τὸ ὄνομά του στὸ ἐξώφυλλο. Παράξενο πράγμα ἐν ζωῇ ὁ π.Παΐσιος, νὰ ἔρθει, χωρὶς νὰ τὸν γνωρίζω στὸν ὕπνο μου. Πολὺ ἔκλαψα ὅταν ἐννόησα ποιός εἶχε γράψει τὸ βιβλίο. Μοῦ δείξανε καὶ μία φωτογραφία καὶ τὸν ἀναγνώρισα.
Ἀπὸ τότε τὸ κεφάλι μου ἔπαψε νὰ μὲ πονᾶ.


Ἀπὸ τὸ βιβλίο Ὁ πιὸ σύντομος δρόμος, ἐκδ. Ἰανός.


Μηνὶ Ἰουνίου 25 καὶ 26, ἔργο τοῦ Νικολάου Γαβριὴλ Πεντζίκη, 1969


Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»


ΠΕΙΡΑΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Μηνιαία ἔκδοση Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς
Ἔτος 25ο – Τεῦχος 272 – Ἰούλιος-Αὔγουστος 2015 


τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»


violet flower smiley



Source link

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.