Header Ads

Ὅσιος Γεδεών ὁ Καρακαλληνός (30 Δεκεμβρίου)



Μαρτύρησε στόν Τύρναβο τῆς Θεσσαλίας στίς 30 Δεκεμβρίου 1818. Ὁ Ἅγιος καταγόταν ἀπό τό  χωριό Κάπουρνα κοντά στή Μακρυνίτσα τοῦ Πηλίου.


Προερχόταν ἀπό εὐσεβεῖς γονεῖς καί ἦταν τό πρῶτο παιδί ἀπό τά ὀκτώ παιδιά τῆς οἰκογένειας.Τό κοσμικό του ὄνομα ἦταν Νικόλαος.


Ὁ πατέρας του λόγω τῆς μεγάλης φορολογίας ἀναγκάστηκε νά μετακομίσει οἰκογενειακῶς σ᾽ ἕνα ἄλλο χωριό, ὅπου θά μποροῦσε νά ἐξοικονομεῖ καλύτερα τ᾽ ἀναγκαῖα. Ὁ Ἅγιος ἦταν τότε δώδεκα ἐτῶν.


Ἡ μητέρα του εἶχε κάποιο ἐξάδελφο παντοπώλη στό Βελεστῖνο, ὁ ὁποῖος ζήτησε τόν μικρό Νικόλαο νά τόν βοηθάει στό μαγαζί.


Πράγματι, τό παιδί ἐργαζόταν μέ πολλή προθυμία. Κάποιος Τοῦρκος ὀνόματι Ἀλῆς, ὁ ὁποῖος σύχναζε στό μπακάλικο,εἶδε ὅτι ὁ μικρός Νικόλαος ἦταν ἔξυπνος, ἐργατικός καί ὑπάκουος καί τόν ζήτησε ἀπό τόν θεῖο του γιά ἕνα χρόνο νά ὑπηρετεῖ στό χαρέμι του, καθώς ἦταν ἀκόμη μικρός στήν ἡλικία.


Ὁ θεῖος ἀρνήθηκε λέγοντάς του νά τόν ζητήσει ἀπό τή μητέρα του. Μετά ἀπό μία ἑβδομάδα ἐπέστρεψε θυμωμένος ὁ Τοῦρκος, ἅρπαξε μέ τή βία τόν μικρό Νικόλαο καί τόν πῆρε σπίτι του, νά ὑπηρετεῖ στό χαρέμι.


Μετά ἀπό ἕναν χρόνο, πῆγε ὁ πατέρας καί ζητοῦσε τόν Νικόλαο ἀπό τόν Ἀλῆ. Ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε, ἐγώ ἔχω τό παιδί μου στόν πόλεμο, μόλις ἐπιστρέψει ὁ γιός μου νά ἔρθεις νά πάρεις τόν γιό σου.


Σέ λίγες ἡμέρες ἐπέστρεψε ὁ γιός τοῦ Τούρκου ἀπό τόν πόλεμο,εἶδε τόν μικρό καί λέει στόν πατέρα του:


Ποῦ τό βρῆκες αὐτό τό Ρωμιόπουλο πού ὑπηρετεῖ στό χαρέμι; Εἶναι ἀσυμβίβαστο Ρωμιός νά ὑπηρετεῖ τό χαρέμι.


Ἐγώ θά ἤθελα νά τοῦ κάνουμε περιτομή, νά γίνω ἀνάδοχός του καί νά τόν ἔχουμε νά ὑπηρετεῖ στό χαρέμι γιά πάντα.


Καί ἄρχισε ἀμέσως ὁ ἀσεβῆς νά καλοπιάνει τόν Νικόλαο. Τελικά μέ λόγια, ἀλλά καί λόγῳ τοῦ νεαροῦ τῆς ἡλικίας του, τόν κατάφερε νά ἀρνηθεῖ τόν Χριστό καί νά τόν ἐξισλαμίσει.


Μετά ἀπό δύο μῆνες ὅμως τό παιδί συναισθάνθηκε τήν πτώση του, μετανόησε καί ἔκλαιγε πικρά.
Μιά νύχτα κατάφερε νά φύγει κρυφά καί νά πάει σπίτι του.


Διηγήθηκε στόν πατέρα του τό πάθημά του λέγοντας ἤμαρτον, ἤμαρτον, ἀλλά ἀπό ἐδῶ καί πέρα δέν θέλω οὔτε νά εἶμαι Τοῦρκος, οὔτε νά ὀνομάζομαι.


Ὁ δύστυχος πατέρας του, ἀπάντησε μέ δάκρυα: ἐγώ Νίκο μου εἶμαι φτωχός ἄνθρωπος, δέν ἔχω χρήματα νά σέ κρύψω κάπου.


Αὔριο νύχτα θά σέ πάω μέ τό ἄλογο στό Κεραμίδι καί ἐγώ θά γυρίσω μ᾽ ἕνα φορτίο ψάρια ἀπό τή λίμνη Κάρλα γιά νά μήν μέ ὑποψιασθοῦν οἱ Τοῦρκοι.


Ἐσύ νά προσπαθήσεις νά πᾶς στό Ἅγιον Ὄρος. Τώρα ἐγώ ἐπιστρέφοντας, ποιός ξέρει πῶς θά βρῶ τή μητέρα σου καί τά ἀδέλφια σου, γιατί ἔμαθα ὅτι οἱ Τοῦρκοι μαζεύουν ξύλα γιά νά μᾶς κάψουν. Ἄς ἀποθάνουμε κι ἐμεῖς γιά τόν Χριστό.


Ἐκεῖ στό Kεραμίδι δέχθηκε νά φιλοξενήσει τόν Ἅγιο μιά συγγενεῖς τους μοναχή, ἡ ὁποία τόν ἔδωσε σέ κάποιους χτίστες ὡς βοηθό. Μετά ἀπό λίγες ἡμέρες τό σινάφι τῶν χτιστῶν πού ἐργαζόταν ἔφυγε μέ πλοῖο γιά τήν Κρήτη καί πῆγε μαζί τους.


Οἱ χτῖστες ὅμως δυστυχῶς κακομεταχειρίζονταν τόν Νικόλαο δέρνοντάς τον ἀπάνθρωπα πολλές φορές. Ἔτσι ἔφυγε καί τριγυρνοῦσε σ᾽ἕνα δάσος. Κάποια μέρα βρέθηκε σέ ἕνα ξωκλήσι, ὅπου γινόταν λειτουργία. Τόν εἶδε ὁ ἱερέας ξένο καί σέ κακή κατάσταση, τόν πλησίασε καί ἐκεῖνος τοῦ ἐξιστόρησε τή ζωή του.


Μήν κλαῖς παιδί μου, τοῦ λέει τότε ὁ ἱερέας. Ἐγώ εἶχα ἕνα μονάκριβο γιό, ὁ ὁποῖος πέθανε πρίν λίγες ἡμέρες. Ἄν θέλεις, νά σέ ὑιοθετήσω.


Μέ πολλή χαρά δέχθηκε τήν πρόταση τοῦ ἱερέα ὁ Νικόλαος καί πῆγε μαζί του στό σπίτι του, ὅπου τόν δέχθηκε σάν παιδί της καί ἡ πρεσβυτέρα. Ἔτσι ζοῦσε εὐτυχισμένος στό σπίτι τοῦ ἱερέα, μαθαίνοντας τήν τέχνη τοῦ ὑφαντῆ διότι αὐτή τήν τέχνη ἐργαζόταν καί ὁ ἱερέας.


Μετά ἀπό τρία χρόνια δυστυχῶς ἀπεβίωσε ὁ ἱερέας καί ἡ πρεσβυτέρα ἐπειδή δέν μποροῦσε νά ἐξοικονομήσει τά πρός τό ζῆν, εἶχε καί δύο κόρες, ἔδωσε τήν εὐχή της στόν Νικόλαο νά φύγει νά ἀναζητήσει τήν τύχη του.


Ὁ Ἅγιος ἔβαλε κλαίγοντας μετάνοια στήν ψυχομάνα του καί ἀναχώρησε. Περιπλανώμενος στήν Κρήτη μέ κάποιον ἄλλο συνομήλικό του ἀποφάσισαν νά πᾶνε γιά προσκύνημα στό Ἅγιον Ὄρος.


Ἀφοῦ ἔφθασαν μέ τό καράβι στή Δάφνη χωρίσθηκαν καί ὁ Νικόλαος ἄρχισε νά περιέρχεται τίς Μονές καί τίς Σκῆτες τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Τελικά κατέληξε στήν Ι.Μ. Καρακάλλου, ὅπου ἀφοῦ ἐξομολογήθηκε τήν πτώση του,ἐπανεντάχθη στήν Ἐκκλησία μέ τό Ἅγιο Μύρο καί κοινώνησε τῶν Θείων Μυστηρίων.


Ἔμεινε στή Μονή, ὅπου ἔγινε μοναχός μέ τό ὄνομα Γεδεών. Ζοῦσε μέ πολλή ὑπακοή, ταπείνωση, ἐγκράτεια καί ὑπέρμετρους ἀσκητικούς ἀγῶνες, πού μόνο ὁ καρδιογνώστης Θεός γνωρίζει, κλαίοντας συνεχῶς γιά τήν πτώση του.


Μετά ἀπό τριανταπέντε χρόνια ἄσκηση ἄναψε στήν καρδιά του ὁ πόθος τοῦ μαρτυρίου καί μέ τίς εὐχές τῶν πατέρων ἔφυγε ἀπό τόν Ἅγιον Ὄρος, ἦλθε στό Βελεστῖνο, ὅπου εἶχεἐξωμόσει καί προσποιόταν τόν σαλό.


Τήν Μεγάλη Πέμπτη παρουσιάστηκε στό Ἀλῆ, πού τόν εἶχεἐξισλαμίσει καί ὁμολόγησε τόν Χριστό. Ὁ Τοῦρκος ἀμέσως ζήτησε νά τόν συλλάβουν καί νά τόν ὁδηγήσουν στόν δικαστή.


Μεγάλη Παρασκευή ὁ Ἅγιος φορώντας στό κεφάλι στεφάνι ἀπό λουλούδια καί κρατώντας δύο κόκκινα αὐγά παρουσιάστηκε στόν κριτῆ καί τοῦ εἶπε: Χριστός Ἀνέστη.


Ἐκεῖ, στό δικαστήριο ἔκανε καί ἄλλες παλαβές πράξεις μέ ἀποτέλεσμα νά διατάξει ὁ δικαστής νά τόν δείρουν ἀνελέητα καί νά τόν διώξουν ὡς τρελό. Ἐκεῖνος τούς προκαλοῦσε ἐπίτηδες γιά νά τόν θανατώσουν ἀλλά δέν ἦταν ἀκόμη θέλημα Θεοῦ.


Ἔζησε καιρό προσποιούμενος τόν σαλό τήν ἡμέρα, ἐνῶ τίς νύχτες ἀποσυρόταν σ᾽ ἕνα σπήλαιο, ὅπου ἔκανε τούς ἀσκητικούς του ἀγῶνες. Τελικά ἐπειδή καί μέ τόν τρόπο τῆς ζωῆς, ἀλλά καί μέ τά λόγια του προκαλοῦσε τούς Τούρκους, διέταξε ὁ Βελῆ πασᾶς τοῦ Τυρνάβου τή σύλληψή του.


Ὁ Ἅγιος ἀφοῦ προετοιμάσθηκε πνευματικά μέ τό Μυστήριο τοῦ Ἁγίου Εὐχελαίου καί τήν Θεία Κοινωνία, ἀκολούθησε τούς στρατιῶτες τοῦ πασᾶ στόν Τύρναβο. Μπροστά στόν πασᾶ ὁμολόγησε τήν ἄρνησή του, τή μετάνοιά του, τήν ἐπιστροφή στόν Χριστό καί τόν πόθο του γιά ὁμολογία καί μαρτύριο,ἐκεῖ ὅπου ἀρνήθηκε.


Ὁ πασᾶς τόν ἔκλεισε στή φυλακή. Τήν ἄλλη ἡμέρα, ἀφοῦ κάλεσε καί τούς ἄλλους Τούρκους ἀξιωματούχους διέταξε νά φέρουν μπροστά του τόν Ἅγιο.


Πάλι μπροστά τους ὁ Ἅγιος, μέ πολύ θάρρος ὁμολόγησε τόν Χριστό. Ἐκεῖνοι ἄρχισαν μέ κολακεῖες νά τόν μεταστρέψουν καί πάλι στό Ἰσλάμ, ἀλλά ὁ Ἅγιος ἀρνήθηκε μέ περιφρόνηση. Τόν καταδίκασαν σέ θάνατο.


Ἀρχικά τόν διαπόμπευσαν στόν Τύρναβο. Τόν ἔφεραν κατόπιν μπροστά στόν πασᾶ πού διέταξε νά τόν ἀκρωτηριάσουν κόβοντάς του τά χέρια καί τά πόδια μέ τσεκούρι.


Ὁ Ἅγιος ἅπλωνε μόνος του ἄφοβα τά μέλη του πάνω στό κούτσουρο γιά νά κοποῦν, χωρίς νά δείχνει κανένα σημάδι πόνου, χωρίς κἄν νά ἀλλάξει ἡ ὄψη τοῦ προσώπου του, λές καί ἔπασχε κάποιος ἄλλος.


Τόν ἄφησαν αἱμόφυρτο ὅλη τήν ἡμέρα καί τό βράδυ διέταξε ὁ πασᾶς νά τόν σηκώσουν καί νά ρίξουν στόν χῶρο ὅπου περνοῦσαν τά λύματα τοῦ σπιτιοῦ του. Ἦταν ἀκόμη ζωντανός.


Στόν βρωμερό ἐκεῖνο χῶρο ὁ Ἅγιος παρέδωσε τήν ψυχή του.Οἱ Χριστιανοί κατάφεραν νά πάρουν τό Ἅγιο λείψανο καί νά τό ἐνταφιάσουν στόν Ναό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.


Εὐθύς ἀμέσως ἄρχισαν νά γίνονται θαύματα καί κατά τή διάρκεια τῆς νεκρώσιμης ἀκολουθίας ἀλλά καί μετά τήν ταφή του, σέ ὅσους προσκυνοῦσαν μέεὐλάβεια τόν τάφο του, καθώς καί μετά τήν ἀνακομιδή τῶν λειψάνων του καί μέχρι σήμερα.


  Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»


ΜΟΝΑΧΙΚΗ ΕΚΦΡΑΣΗ
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΔΙΜΗΝΙΑΙΟ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ – ΤΡΙΚΟΡΦΟΥ ΦΩΚΙΔΟΣ
ΤΕΥΧΟΣ 41, ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ – ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2010 


Εἰκόνα ἀπὸ: Ὀρθόδοξος Συναξαριστής 


Σχετική ἀνάρτηση: Ο Άγιος Οσιομάρτυς Γεδεών ο Καρακαλληνός (30 Δεκεμβρίου)


***


Σήμερα τιμοῦνται καί οἱ Ἅγιοι:


Μετά την Χριστού Γέννησιν
Η οσιομάρτυς Αγία Ανυσία (30 Δεκεμβρίου)
Άγιος Φιλέταιρος
Οσία Θεοδώρα «η από Καισαρείδος»
Άγιοι Επτά Μάρτυρες
Όσιος Λέων ο Αρχιμανδρίτης
Άγιος Ανύσιος Επίσκοπος Θεσσαλονίκης
Άγιος Μακάριος Μητροπολίτης Μόσχας
Όσιος Δανιήλ ο θαυματουργός


Επιτρέπονται όλες οι τροφές


τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»




Source link


Από την σελίδα oikohouse.wordpress.com

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.